Ώμος

image

Ώμος

Αστάθεια του ώμου

Η κεφαλή του βραχίονιου οστού συγκρατείται μέσα στην ωμογλήνη με τη βοήθεια στατικών και δυναμικών σταθεροποιητικών ανατομικών στοιχείων. Τα στατικά στοιχεία είναι ο επιχείλιος χόνδρος της ωμογλήνης, ο αρθρικός θύλακος, οι γληνοβραχιόνιοι σύνδεσμοι και ο κορακοβραχιόνιος σύνδεσμος. Τα δυναμικά στοιχεία είναι οι τένοντες του στροφικού πετάλου, ο δελτοειδής μυς, ο δικέφαλος βραχιόνιος μυς, ο τρικέφαλος βραχιόνιος μυς, ο μείζων θωρακικός μυς και ο πλατύς ραχιαίος μυς. Όλα τα παραπάνω ανατομικά στοιχεία προσδίνουν στην άρθρωση του ώμου σταθερότητα και τη δυνατότητα μεγάλου εύρους κινήσεων. Βλάβη ή ανεπάρκεια σε ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία αυτά είναι δυνατόν να δημιουργήσουν αστάθεια στον ώμο, το οποίο σημαίνει εύκολη έξοδος της κεφαλής από την ωμογλήνη. Η αστάθεια του ώμου διακρίνεται ανάλογα με την κατεύθυνση παρεκτόπισης της κεφαλής του βραχιονίου σε πρόσθια, οπίσθια ή πολλαπλών κατευθύσεων και μπορεί να εκδηλώνεται ως πλήρες εξάρθρημα ή υπεξάρθρημα. Ανάλογα με την αιτία που την προκαλεί, η αστάθεια του ώμου διακρίνεται σε τραυματική και ατραυματική.

Η πρόσθια αστάθεια του ώμου είναι ο συχνότερος τύπος αστάθειας (95%). Τυπικά οφείλεται σε τραυματισμό με το άνω άκρο σε απαγωγή κι έξω στροφή. Η κύρια παθολογία μπορεί να αφορά τον αρθρικό θύλακο και τον επιχείλιο χόνδρο, τα οστά ή όλα τα παραπάνω. Εάν ο ασθενής υποστεί για πρώτη φορά πρόσθιο εξάρθρημα, ο πόνος στην πρόσθια επιφάνεια του ώμου είναι το κύριο κλινικό χαρακτηριστικό μαζί με οίδημα της άρθρωσης. Ο ασθενής κρατάει το πάσχων άκρο με το υγιές. Σε αυτήν την περίπτωση ο άμεσος απεικονιστικός έλεγχος για την εξακρίβωση της ακριβούς θέσης της βραχιόνιας κεφαλής και για την ανάδειξη πιθανής ύπαρξης κατάγματος είναι υποχρεωτικός. Έπειτα, γίνεται ανάταξη του εξαρθρήματος και ακινητοποίηση του άκρου. Η ηλικία του ασθενούς και ο τρόπος ζώης του (επάγγελμα, αθλητικές δραστηριότητες) θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην απόφαση της θεραπείας που θα ακολουθήσουμε. Στην περίπτωση που ο ασθενής παθαίνει συχνά πρόσθιο εξάρθρημα του ώμου του, τότε μιλάμε για καθ’ έξιν εξάρθρημα του ώμου. Τέλος, υπάρχει η πιθανότητα ο ώμος να υπεξαρθρώνεται, οπότε ο ασθενής αισθάνεται ένα “κλικ” στον ώμο, ο οποίος ακινητοποιείται στιγμιαία σαν να νεκρώνεται κι επανέρχεται ταχύτατα στη φυσιολογική του θέση με την αυτόματη ανάταξη του υπεξαρθρήματος.

Η οπίσθια αστάθεια του ώμου είναι πολύ πιο σπάνια από την πρόσθια και μπορεί να οφείλεται ή όχι σε τραύμα. Η συνηθέστερη αιτία είναι ο τραυματισμός με το βραχίονα σε κάμψη, προσαγωγή κι έσω στροφή. Τυπικά οφείλεται σε τραύμα υψηλότερης ενέργειας. Κλινικά υπάρχει το ιστορικό του πρώτου εξαρθρήματος. Η δοκιμασία “φόβου νέου εξαρθρήματος” από τον γιατρό είναι θετική. Ανάλογα με τη βαρύτητα της βλάβης που υπέστησαν τα ανατομικά στοιχεία κατά τη στιγμή του εξαρθρήματος, θα ακολουθήσουμε είτε συντηρητική θεραπεία με φαρμακευτική αγωγή και ειδικό ασκησιολόγιο είτε χειρουργική αποκατάσταση. Η αστάθεια πολλαπλών κατευθύσεων θεωρείται κατά κύριο λόγο το αποτέλεσμα χαλαρότητας του αρθρικού θυλάκου αλλά και της δυσλειτουργίας των μυών της ωμοπλάτης. Τυπικά εκδηλώνεται με ύπουλη εγκατάσταση πόνου κι αίσθησης χαλαρότητας γύρω από τον ώμο. Η τραυματική έναρξη είναι σπάνια. Μπορεί να επηρεάσει και τους δύο ώμους. Συχνά παρατηρείται σε αθλητές ενόργανης γυμναστικής, σε κολυμβητές και σε αθλητές πετοσφαίρισης (βόλλευ). Κλινικά, ο ώμος του ασθενούς αποκαλύπτει γενικευμένη χαλαρότητα ενώ συχνή είναι η δυσκινησία της ωμοπλάτης. Η θεραπεία επικεντρώνεται στην παρατεταμένη φυσικοθεραπεία και στην ενδυνάμωση των ανατομικών στοιχείων που είναι υπεύθυνα για τη σταθερότητα της άρθρωσης. Σε αποτυχία της συντηρητικής θεραπείας για 6 έως 12 μήνες, εξετάζετσαι το ενδεχόμενο χειρουργικής παρέμβασης. 

Βλάβες της μακράς κεφαλής του δικέφαλου βραχιόνιου μυός

Η μακρά κεφαλή του δικέφαλου βραχιόνιου μυός αποτελεί μία από τις δύο εκφυτικές κεφαλές του και είναι ένας μακρός τένοντας. Λόγω των στενών ανατομικών σχέσεων στην περιοχή, οι βλάβες της μακράς κεφαλής του δικεφάλου συνοδεύουν πολύ συχνά τις παθήσεις και κακώσεις του στροφικού μυοτενόντιου πετάλου ή την αστάθεια ώμου.
Δύο είναι, κυρίως, οι βλάβες που συμβαίνουν στη μακρά κεφαλή: η τενοντίτιδα & η ρήξη.

δικεφαλοσ

Τενοντίτιδα Είναι συνήθως αποτέλεσμα της υπακρωμιακής προστριβής μαζί με την τενοντίτιδα του στροφικού πετάλου του ώμου. Σπανιότερα, μπορεί να εμφανιστεί σε νεαρά άτομα κατά την προστριβή του τένοντα μέσα στην αύλακα του δικεφάλου μετά από υπερβολική επιβάρυνση του ώμου.
Ποιά είναι τα κλινικά σημεία της πάθησης? 1. Πόνος στην προσπάθεια ανύψωσης του άνω άκρου υπό αντίσταση, με τον αγκώνα σε έκταση και το αντιβράχιο σε ουδέτερη θέση. 2. Πόνος κατά την προσπάθεια υπτιασμού του αντιβραχίου υπό αντίσταση, με τον αγκώνα σε κάμψη. 3. Πόνος με την πίεση αντίστοιχα προς την αύλακα του δικεφάλου.
Θεραπεία… Αρχικά η θεραπεία είναι συντηρητική, με ακινητοποίηση του άκρου, φαρμακευτική αγωγή και φυσικοθεραπείες. Σε επίμονες καταστάσεις ενδέχεται ο ασθενής να περάσει την πόρτα του χειρουγείου.

tenontitida

Ρήξη Η ρήξη της μακράς κεφαλής του δικεφάλου συνοδεύει πολλές φορές τις ρήξεις του στροφικού μυοτενόντιου πετάλου. Όταν συμβαίνει αυτό, ο ασθενής αισθάνεται αιφνίδιο “τράβηγμα” στον ώμο και πόνο. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι κατά την κάμψη του αγκώνα, η μυική γαστέρα του δικεφάλου διαγράφεται εντονότερα και περιφερικότερα του κανονικού, πλησιέστερα προς τον αγκώνα.
Η θεραπεία είναι είτε συντηρητική είτε χειρουργική και αυτό θα εξαρτηθεί από την ηλικία του ασθενούς και τις απαιτήσεις της καθημερινής του ρουτίνας.

rixi 

Παγωμένος ώμος

Ο “παγωμένος ώμος” ή συμφυτική θυλακίτιδα είναι μία νοσολογική οντότητα που χαρακτηρίζεται από προοδευτικά αυξανόμενο πόνο και σημαντική δυσκαμψία στον ώμο. Συνήθως η πάθηση αυτο’ι’άται. Μετά από μία περίοδο αυξανόμενων συμπτωμάτων, επέρχεται η βελτίωση, η οποία όμως μπορεί να διαρκέσει από μερικούς μήνες έως και 2 χρόνια.
Οι ηλικίες που προσβάλλονται από τη νόσο είναι συνήθως μεταξύ 40 και 60 ετών. Πιο συχνά προσβάλλεται το γυναικείο φύλλο. Έχει παρατηρηθεί ότι η πάθηση εμφανίζεται συχνά σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, καρδιακή νόσο ή θυρεοειδοπάθεια.

Ο “παγωμένος ώμος” εμφανίζεται κλινικά σε 3 στάδια:

Πρώτο στάδιο: Εμφανίζεται έντονος πόνος που σταδιακά αυξάνεται ενώ συνοδεύεται από περιορισμό της κινητικότητας της άρθρωσης του ώμου. Το στάδιο αυτό διαρκεί περίπου 6-9 μήνες.

Δεύτερο στάδιο: Σε αυτό το στάδιο ο πόνος βελτιώνεται αλλά η δυσκαμψία παραμένει. Η διάρκεια του δεύτερου σταδίου είναι περίπου 4-6 μήνες και ο ασθενής δυσκολεύεται πολύ με τις καθημερινές του δραστηριότητες.

Τρίτο στάδιο: Στο τρίτο στάδιο η κίνηση του ώμου σταδιακά βελτιώνεται μέχρι να αποκαταστασθεί εντελώς το εύρος της αλλά να επανέλθει και η δύναμη της άρθρωσης. Το τρίτο στάδιο μπορεί να διαρκέσει από 5 μήνες έως 2 χρόνια.

Ο ιατρός θα μπορέσει να κάνει τη διάγνωση με την κλινική εξέταση, το ατομικό/οικογενειακό ιστορικού του ασθενούς καθώς και με τον απεικονιστικό έλεγχο, ο οποίος περιλαμβάνει τόσο τις απλές ακτινογραφίες του ώμου όσο και τη μαγνητική τομογραφία της άρθρωσης.
Σκοπός της θεραπείας είναι ο μετριασμός του πόνου καθώς και η αποκατάσταση της κίνησης και της δύναμης του ώμου. Οι περισσότεροι ασθενείς ανταποκρίνονται στη συντηρητική θεραπεία με φαρμακευτική αγωγή, ενέσεις-εγχύσεις στεροειδών και φυσικοθεραπείες.
Μόνο εάν οι παραπάνω ενέργειες δε βοηθήσουν στη μείωση του πόνου και στην προοδευτική αποκατάσταση της λειτουργικότητας της άρθρωσης, τότε ο θεράπων ιατρός μπορεί να συζητήσει το ενδεχόμενο της χειρουργικής παρέμβασης.

shoulder

Σύνδρομο υπακρωμιακής προστριβής

Είναι μία εξαιρετικά συχνή αιτία πόνου στον ώμο. Οφείλεται σε συνδυασμό εξωγενούς συμπίεσης, η οποία προκαλεί προστριβή του κοινού καταφυτικού τένοντα των 3 μυών υπερακάνθιου, υπακάνθιου κι ελάσσονος στρογγύλου από τα ανατομικά στοιχεία της περιοχής, και ενδογενούς εκφύλισης του τένοντα, που μπορεί να προκαλέσει μέχρι και τη ρήξη του.

omos

Η εξωγενής συμπίεση και η ενδογενής εκφύλιση προκαλούνται από τις εξής καταστάσεις:

-        Το αγγιστροειδές σχήμα του ακρωμίου (από κατασκευής του).

-        Η οστεοαρθρίτιδα που προκαλεί αλλοιώσεις στην ακρωμιοκλειδική άρθρωση.

-        Η φλεγμονή και η πάχυνση του ορογόνου θύλακου.

-        Η αστάθεια του ώμου.

-        Τα κατάγματα της κεφαλής του βραχιόνιου οστού του μείζονος βραχιόνιου ογκώματος, που πωρώθηκαν σε πλημμελή θέση.

Όλοι οι παραπάνω παράγοντες προκαλούν μεγαλύτερη στένωση του ήδη στενού υπακρωμιακού χώρου.

Το σύνδρομο είναι συχνό τόσο σε ανθρώπους με καταπόνηση της άρθρωσης του ώμου λόγω δουλειάς ή κάποιας ραυματοπάθειας όσο και στους αθλητές που συμμετέχουν σε αθλήματα, τα οποία προϋποθέτουν συνεχή χρήση του άνω άκρου σε θέσεις απαγωγής, ανάτασης κι έξω στροφής. Θέσεις δηλαδή που φέρνουν το άνω άκρο πάνω από το κεφάλι (π.χ. τένις, κολύμβηση).

prostrivis

Η πάθηση μπορεί να σταδιοποιηθεί σε οξύ σύνδρομο υπακρωμιακής προστριβής, σε χρόνιο και σε ρήξη (μερική ή πλήρης) του τένοντα.

Κλινικά, ο ασθενής που πάσχει από το σύνδρομο εμφανίζει πόνο στην πρόσθια κι έξω επιφάνεια του πόνου, αυτόματα ή με τις κινήσεις καθώς επίσης και πόνο όταν το άκρο κινείται σε απαγωγή από τις 60 έως τις 120 μοίρες (Επώδυνο τόξο).

Οι ακτινογραφίες του ώμου είναι δυνατόν να μας δείξουν τα σημεία υπακρωμιακής προστριβής ενώ η μαγνητική τομογραφία είναι πιο αξιόπιστη για τη διάγνωση και συνήθως επιβεβαιώνει την προστριβή με την εικόνα τενοντίτιδας που δείχνει.

Αρχικά, η θεραπεία που ακολουθείται είναι η συντηρητική αντιμετώπιση, η οποία περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και τροποποίηση της δραστηριότητας ή αποχή από αυτήν. Ενδεχομένως να χρειαστεί να γίνουν εγχύσεις κορτιζόνης ή υαλουρονικού οξέως με ένεση. Επί εμμονής του πόνου, σε χρόνιες επώδυνες καταστάσεις ή σε αποτυχία της συντηρητικής θεραπείας εφαρμόζουμε χειρουργική αποκατάσταση, την οποία ακολουθεί φυσικοθεραπεία.

Τενοντίτιδα του υπερακανθίου

Γνωστή και ως οξεία ασβεστοποιός τενοντίτιδα του υπερακανθίου μυός, είναι συχνή και πολλές φορές επώδυνη νοσολογική οντότητα. Η αιτία της πιθανολογείται ότι είναι η εκφύλιση του καταφυτικού τένοντα του υπερακάνθιου μυός, την οποία ακολουθεί η ασβεστοποίηση. Η παρουσία του ασβεστίου (κατά τη διάρκεια της διάλυσης και απορρόφησής του) προκαλεί οξεία φλεγμονή στον τένοντα και στον υπακρωμιακό χώρο, με αποτέλεσμα τον έντονο πόνο. Προσβάλλονται συνήθως άτομα ηλικίας 40-50 ετών.

tenontitida

Τα κλινικά συμπτώματα του ασθενούς είναι ο πολύ έντονος πόνος στην περιοχή του μείζονος βραχιόνιου ογκώματος, ιδιαίτερα τη νύχτα ενώ η παραμικρή κίνηση της άρθρωσης είναι υπερβολικά επώδυνη. Η κατάσταση αυτή μπορεί να διαρκέσει από μερικές μέρες μέχρι και λίγες εβδομάδες.

Οι απλές ακτινογραφίες του ώμου είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικές αφού μπορεί να αναδείξουν τους κρυστάλλους ασβεστίου στην περιοχή του μείζονος βραχιόνιου ογκώματος. Επίσης, μπορεί το ασβέστιο να επεκταθεί στον υπακρωμιακό ορογόνο θύλακο & χώρο.

Η θεραπεία που ακολουθείται τις περισσότερες φορές είναι η συντηρητική με ακινητοποίηση και ανάπαυση του πάσχοντος άκρου σε συνδυασμό με τη λήψη μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών. Σε πιο επώδυνες μορφές, η τοπική έγχυση κορτικοστεροειδών με τοπικό αναισθητικό είναι η πιο ενδεδειγμένη θεραπεία. Στις περιπτώσεις που τα συμπτώματα δεν υποχωρούν με τις παραπάνω ενέργειες, επιχειρείται αναρρόφηση του ασβεστίου διαδερμικά με βελόνα ή η χειρουργική αφαίρεσή του.

Ρήξη του στροφικού μυοτενόντιου πετάλου

Η ρήξη του στροφικού μυοτενόντιου πετάλου είναι πολλές φορές αποτέλεσμα υπακρωμιακής προστριβής, η οποία οδήγησε σε χρόνια τενοντίτιδα, εκφύλιση και τελικά ρήξη. Την εκφύλιση ευνοεί και η φτωχή αιμάτωση του τένοντα. Η ρήξη μπορεί να είναι είτε μερική είτε πλήρης, ιδίως μετά από τραυματισμό. Οι ρήξης είναι πιο συχνές σε άτομα ηλικίας άνω των 40 ετών.

Η κλινική εικόνα του ασθενούς περιλαμβάνει:

-        Πόνο & αδυναμία ενεργητικής απαγωγής του ώμου.

-        Πόνο & αδυναμία στην έξω στροφή του ώμου.

-        Ευαισθησία με την πίεση στην πρόσθια και έξω πλευρά του ώμου.

-        Όψιμα, οι παραμελημένες πλήρεις ρήξεις του μυοτενόντιου πετάλου μπορεί να οδηγήσουν σε αρθροπάθεια του ώμου με πόνο και σοβαρό περιορισμό των κινήσεων.

rixi

Οι ακτινογραφίες δείχνουν τα σημεία υπακρωμιακής προστριβής στις χρόνιες ρήξεις, όμως η πιο ακριβής διαγνωστική μέθοδος θεωρείται η μαγνητική τομογραφία. Αυτή απεικονίζει τη θέση και το μέγεθος της ρήξης, καθώς και όλες τις ανατομικές λεπτομέρειες της περιοχής.

Στις μικρές ρήξεις η συντηρητική θεραπεία έχει πολύ καλά αποτελέσματα. Στις μεγάλες ή πλήρεις ρήξεις όμως είναι απαραίτητη η χειρουργική αποκατάσταση.